Lehman Brothers … Που είναι αλήθεια το Ελληνικό Δημόσιο;
Συνηθίσαμε χρόνια τώρα να βλέπουμε το δημόσιο να ενεργεί άνισα, ως εκπρόσωπος των συμφερόντων ελαχίστων και ως καταπιεστής των δικαιωμάτων των πολλών.
Συνηθίσαμε στην αναλγησία, στην αδιαφορία, στην απραξία των εκπροσώπων της Πολιτείας, όταν απλοί πολίτες θίγονταν.
Όσο και να έχουμε την εικόνα αυτή του κράτους, δεν μπορούμε να απεμπολήσουμε τα Συνταγματικά μας δικαιώματα. Δεν τα χαρίζουμε σε κανένα, δεν δημιούργησαν οι λίγοι αυτό το κράτος, αλλά οι πολλοί.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον λόγο που εκατοντάδες συνάνθρωποί μας βρέθηκαν μπλεγμένοι στον κυκεώνα της Lehman Brothers. Ίσως με τις επιδιώξεις πολλών να μην συμφωνούμε. Δεν παύουν όμως όλοι να είναι πολίτες αυτού του κράτους και να έχουν την αξίωση της προστασίας τους.
Το κράτος απέχει χαρακτηριστικά από οποιαδήποτε συνδρομή στους συμπολίτες μας αυτούς. Τίποτα δεν πράττουν τα όργανά του για να διερευνήσουν την ουσία της εδώ υπόθεσης. Καμία παρέμβαση, καμία μελέτη ουσίας, καμία γνώμη για τους όρους των εδώ συμβάσεων, ακόμα και όταν δια γυμνού οφθαλμού προκύπτει ότι μπορεί να υπάρχουν ζητήματα που γεννούν εδώ ευθύνες για τους μεταπράτες των «τοξικών» ομολόγων ή συμπεριφορές που κινούνται (τουλάχιστον) στα όρια του ποινικού νόμου. Ακόμα και τα ελάχιστα απλά μέτρα συνδρομής δεν υπάρχουν (π.χ. η Πρεσβεία μας στις Η.Π.Α. τι κάνει; κάποιον δικηγόρο δεν μπορεί να αναλάβει να ορίσει στις Η.Π.Α. το ελληνικό δημόσιο για να βοηθήσει τους πολίτες του;)
Χθες τα θύματα της Lehman είχαν μια συγκέντρωση στην Αθήνα και το ελληνικό δημόσιο ήταν επιδεικτικά απόν, ενώ το καθήκον του επέβαλλε να είναι παρόν, να καθοδηγήσει, να ενημερώσει.
Αδικαιολόγητη σιωπή και αποχή !!!
Η Πολιτεία σιωπά και απέχει από τα καθήκοντά της, από το καθήκον προστασίας και συνδρομής του πολίτη.
Δεν θα αναρωτηθούμε ποιος είναι ο ρόλος όσων ενσαρκώνουν τα πολιτειακά αξιώματα, απαιτούμε όμως, σε όποιο Θεό τελικά και εάν πιστεύουν, να κάνουν το καθήκον τους.
Θεώρηση των μέτρων Αλογοσκούφη και προτάσεις του Νέου ΙΝΚΑ
Ως γνωστόν τα μέτρα Αλογοσκούφη αποτελούν αντιγραφή άλλων προτάσεων που πριν από μήνες καταψήφισε …
Αναφερόμαστε στο φλέγον ζήτημα των στεγαστικών δανείων και προτείνουμε τα εξής:
Α. Ως προς το μέτρο των 20.000 Ευρώ:
Η πραγματικά αποτελεσματική ρύθμιση θα είχε ως βάση και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης.
Όταν για μια οφειλή δόσεων, π.χ. 5.000 Ευρώ, που μπορεί να έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα καταγγέλλεται από την τράπεζα ένα δάνειο 100.000 – 150.000 Ευρώ, αυτό σημαίνει ότι γίνεται απαιτητό ολόκληρο το ποσό του δανείου όχι μόνο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 5.000 Ευρώ. Τούτο σημαίνει ότι το σπίτι εκπλειστηριάζεται (δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα στεγαστικά δάνεια κάτω των 20.000 Ευρώ) για μία οφειλή που θα μπορούσε να ρυθμιστεί με άλλο τρόπο.
Άρα η ορθή παρέμβαση είναι πρέπει να περιλαμβάνει και τα ακόλουθα:
- δικαίωμα του δανειολήπτη και υποχρέωση της τράπεζας να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους του δανείου σε περίπτωση που υφίσταται μεταβολή των συνθηκών και των δυνατοτήτων του (με το παλαιό επιτόκιο για τον προβλεπόμενο αρχικά χρόνο του δανείου και με νέο μόνο για τον περαιτέρω τυχόν χρόνο).
- δικαίωμα καταγγελίας σύμβασης: πρέπει να επιμηκυνθεί ο χρόνος του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της τράπεζας, σε περίπτωση κατά την οποία ο δανειολήπτης επανέρχεται σε καταβολές. Με δεδομένο ότι σήμερα ισχύει τρίμηνο διάστημα μέχρι να τεθεί το δάνειο σε οριστική καθυστέρηση, η εμπρόθεσμη καταβολή δύο δόσεων πρέπει να ανανεώνει το τρίμηνο και ο δανειολήπτης να χρεώνεται μόνο τον τόκο υπερημερίας.
- δικαίωμα τοκοφορίας για την τράπεζα σε περίπτωση καταγγελίας μόνο κατά το πράγματι εκάστοτε καθυστερούμενο ποσό και όχι για το σύνολο του δανείου.
Οι λύσεις αυτές διευκολύνουν και τις τράπεζες, στην παρούσα συγκυρία, καθώς η επαναδιαπραγμάτευση δίδει την εικόνα της ανανέωσης της δανειστικής σύμβασης και όχι της επισφάλειας της απαίτησης.
Β. Αυξάνεται από το 1/3 στο 100% της τιμής πρώτης προσφοράς το ποσό της εγγύησης που απαιτείται για τη συμμετοχή στον πλειστηριασμό.
Μέτρο καθαρά υπέρ των τραπεζών, καθώς η εγγύηση γίνεται με τραπεζική επιταγή που έχει σημαντική προμήθεια, αλλά και προϋποθέτει την κατάθεση στην τράπεζα του αντιστοίχου χρηματικού ποσού (με VALEUR). Αποκλείεται συνεπώς σειρά ενδιαφερομένων απλών ιδιωτών και οι μόνοι που μπορούν να κινηθούν είναι είτε οι ιδιώτες κεφαλαιούχοι (τα γνωστά “κοράκια”) είτε οι ίδιες οι τράπεζες.
Γ. Πέρα από τα ανωτέρω, προτεινόμενα πρέπει να θεσπιστεί το δικαίωμα του δανειολήπτη να μεταβιβάσει απευθείας το ακίνητο και το δάνειο ως έχει εν συνόλω, σε τρίτο πρόσωπο. Η τράπεζα να μπορεί να αρνηθεί μόνο για συγκεκριμένους λόγους, όπως η μεγάλη αφερεγγυότητα του τρίτου (όχι απλή εγγραφή στον “Τειρεσία”).
Δ. Πρέπει επίσης να προστατευθεί ο δανειολήπτης από το ενδεχόμενο να εκπλειστηριαστεί το ακίνητό του και να εξακολουθήσει να οφείλει χρήματα στην τράπεζα (συχνό φαινόμενο).
Η πρόταση έχει δύο σκέλη :
- περιορισμός των δικαιωμάτων της τράπεζας στην εικόνα – οφειλή εκ του δανείου κατά το χρόνο του πλειστηριασμού (όχι τόκοι μέχρι την λήξη του δανείου, αλλά μέχρι την ημέρα της διανομής του προϊόντος του πλειστηριασμού)
- λήξη της εκ δανείου συμβατικής υποχρέωσης του δανειολήπτη με την εκπλειστηρίαση, εφόσον ικανοποιηθεί προνομιακά η τράπεζα για όλο το ποσό της υποθήκης. Η δανειστική σύμβαση και το ποσό της προσημείωσης υποθήκης, αφορούν συγκεκριμένο ακίνητο και έχουν τύχει της έγκρισης της τράπεζας, ας αναλάβει λοιπόν και αυτή τον συμβατικό κίνδυνο (εάν π.χ. χορήγησε στεγαστικό δάνειο πάνω από την αξία του ακινήτου).
Ε. Το μέτρο της απαγόρευσης πλειστηριασμού ακινήτων σε τιμή κατώτερη της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, είναι αμφιλεγόμενο. Με μία φούσκα αξιών και αντικειμενικών τιμών στα ακίνητα, ο μόνος ενδιαφερόμενος θα είναι η τράπεζα …, η οποία αγοράζει ένα ακίνητο πληρώνοντας εν μέρει με κεφαλαιοποιηθέντες τόκους όλης της διάρκειας του δανείου (διότι η δανείστρια τράπεζα ως 1ος ενυπόθηκος δανειστής προηγείται κατά την διανομή του πλειστηριάσματος).
ΣΤ. Τέλος, καθιέρωση ανωτάτου ορίου συνολικού επιτοκίου δανεισμού καταναλωτικής πίστης, στο επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. Χ 2 ή στο Euribor + 80% (όποιο είναι χαμηλότερο εκ των δύο).










